Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jeopardize
01
θέτω σε κίνδυνο, κινδυνεύω
to put something or someone in danger
Transitive: to jeopardize sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jeopardize
γ΄ ενικό πρόσωπο
jeopardizes
ενεστώτα μετοχή
jeopardizing
απλός αόριστος
jeopardized
παθητική μετοχή
jeopardized
Παραδείγματα
Ignored warnings jeopardized the safety of those involved.
Οι αγνοημένες προειδοποιήσεις θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των εμπλεκομένων.
Λεξικό Δέντρο
jeopardize
jeopard



























