Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jeopardize
01
θέτω σε κίνδυνο, κινδυνεύω
to put something or someone in danger
Transitive: to jeopardize sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jeopardize
γ΄ ενικό πρόσωπο
jeopardizes
ενεστώτα μετοχή
jeopardizing
απλός αόριστος
jeopardized
παθητική μετοχή
jeopardized
Παραδείγματα
Releasing that confidential document might jeopardize our negotiations with the other firm.
Η δημοσίευση αυτού του εμπιστευτικού εγγράφου μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τις διαπραγματεύσεις μας με την άλλη εταιρεία.
Λεξικό Δέντρο
jeopardize
jeopard



























