jeans
jeans
ʤi:nz
τζινζ
gens

Ορισμός και σημασία του "jeans"στα αγγλικά

01

τζιν, παντελόνι τζιν

pants made of denim, that is a type of strong cotton cloth, and is used for a casual style 
jeans definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jeans
Παραδείγματα
He bought a new pair of jeans that fit him perfectly. 

Αγόρασε ένα καινούριο ζευγάρι τζιν που του έκατσαν τέλεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store