Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jazzman
01
τζαζμάν, μουσικός της τζαζ
a musician who plays or composes jazz music
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
jazzmen
αρσενικό ενικό
jazzman
θηλυκό ενικό
jazzwoman
neutral form
jazz musician
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
jazzman
jazz
man



























