jawbone
jaw
ˈʤɔ:
jaw
bone
bəʊn
bewn

Ορισμός και σημασία του "jawbone"στα αγγλικά

01

γναθικό οστό, κάτω γνάθος

either of the bones that form the jaw, particularly the lower jaw 
jawbone definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jawbones
Παραδείγματα
The boxer's opponent landed a powerful punch to his jawbone, causing him to stagger backward. 

Ο αντίπαλος του μποξέρ χτύπησε ένα δυνατό γροθιά στο οστό της σιαγόνας του, κάνοντάς τον να παραπατεί προς τα πίσω.

to jawbone
01

κουβεντιάζω, μιλώ εκτενώς

to talk at length in a casual, friendly, or persuasive manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jawbone
γ΄ ενικό πρόσωπο
jawbones
ενεστώτα μετοχή
jawboning
απλός αόριστος
jawboned
παθητική μετοχή
jawboned
Παραδείγματα
He spent the afternoon jawboning with his neighbors. 

Πέρασε το απόγευμα μιλώντας εκτενώς με τους γείτονές του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store