jammed
jammed
ʤæmd
jāmd
damnedcrammed

Ορισμός και σημασία του "jammed"στα αγγλικά

01

γεμάτος, στριμωγμένος

packed extremely tight within a space 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most jammed
συγκριτικός βαθμός
more jammed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The schedule was so jammed that there was no time for breaks between meetings. 

Το πρόγραμμα ήταν τόσο γεμάτο που δεν υπήρχε χρόνος για διαλείμματα μεταξύ των συναντήσεων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store