ξερός στον ύπνο
δυνατά,φωναχτά
από,λόγω
εκτός λειτουργίας
εκτός ορίων,πέρα από τα όρια
από ανησυχία για,εξαιτίας της φροντίδας για
εκτός συμφραζομένων
παρωχημένο
έξω από τα νερά του
στο ύπαιθρο,έξω
έξω από τα νερά του
εκτός ελέγχου
εκτός πραγματικότητας,ασυνείδητος
έξω από τα κυβικά κάποιου
στα καλά καθούμενα
δεν είναι στη θέση του
{ποσό} καθαρή ζημιά • ακατάλληλος,ανάρμοστος
έχει χάσει τη φόρμα του
λόγω προτίμησης για,εξαιτίας της προτίμησης για
εκτός εμβέλειας,απρόσιτος σε
εκτός εποχής
βγήκε από το καβούκι του
εκτός οράματος,αόρατος • εκτός εμβέλειας,απρόσιτος
αναστατωμένος
δεν συμβαδίζει με
να του περάσει
απροσδόκητα,ξαφνικά
από το κακό στο χειρότερο
με το καλημέρα
εκτός ενημέρωσης
εκτός παιχνιδιού
εκτός συζήτησης
εκτός διεκδίκησης
εκτός δρόμου,στην άκρη • απομακρυσμένος,απρόσιτος
από το πουθενά
απίστευτο
εκτός ενημέρωσης
ανορθόδοξος,εκτός ευθυγράμμισης
εκτός ισορροπίας
εκτεθειμένος και μόνος
τον πετάνε έξω
στον κόσμο του
καλάθι εξόδου,δίσκος εξόδου
out-boxer,μποξέρ απόστασης
εκτός ορίων,εκτός αγωνιστικού χώρου
ανοιχτός αέρας,έξω
μικρές επιχειρηματικές δαπάνες που πληρώνετε από την τσέπη σας,προσωπικές δαπάνες που αποζημιώνονται αργότερα
εξαντλημένο,εκτός εκτύπωσης
εκτός σχολείου,μη σχολικός
εξαιρετικός,αξιοσημείωτος
εκτός πόλης,προαστιακός
δίσκος εξόδου,καλάθι εξόδου
απώτερες περιοχές,άουτμπακ • προσβάσιμο και αραιοκατοικημένο,απομακρυσμένο και έρημο
υπερβάλλω στην προσφορά,προσφέρω υψηλότερη τιμή από
εξερχόμενα,φάκελος μη αποσταλμένων
έκρηξη,επιδημία
εξωκλήσι,αποθήκη
ξεπεράσω στα ψέματα,υπερνικώ στην ανοησία
έκρηξη,ξέσπασμα θυμού
παρίστατος,αποκλεισμένος • αποκλεισμένος,παραμερισμένος
υπερτερώ,ξεπεράσω
αποτέλεσμα,έκβαση
ξεπεράσω,υπερτερώ
έξοδος βράχων,γεωλογική έξοδος • εμφανίζομαι στην επιφάνεια,βγαίνω στην επιφάνεια
κραυγή,διαμαρτυρία • φωνάζω,κραυγάζω
ξεπερασμένος,παρωχημένος
ξεπεράσω,υπερβαίνω
εξωτερικός,σε ανοιχτό χώρο
δραστηριότητα σε εξωτερικό χώρο,εξωτερική δραστηριότητα
εξωτερικά μέσα,εξωτερική διαφήμιση
χαλί εξωτερικού χώρου,κουβέρτα εξωτερικού χώρου
εξωτερική ντουζιέρα,ντους σε ανοιχτό χώρο
έξω,στην ύπαιθρο • έξω,ανοιχτός αέρας • εξωτερικός,σε ανοιχτό χώρο
φιλόφυτος,λατρέας της υπαίθρου
εξωτερικός,εξωτερικός
εξωτερική ζώνη,περιφερειακή περιοχή