in dribs and drabsin respect of
από 23
in dribs and drabsin respect of
in dribs and drabs[phrase]

λίγο λίγο

in due course[adv]

σε βάθος χρόνου,την κατάλληλη στιγμή

in earnest[adv]

σοβαρά,με σοβαρότητα

in effect[adv][adj]

σε ισχύ,πραγματικά • σε ισχύ,αποτελεσματικός

in element[phrase]

στο στοιχείο του

in essence[adv]

στην ουσία,ουσιαστικά

in excess of[prep]

πάνω από,περισσότερο από

in exchange for[prep]

σε αντάλλαγμα για,για

in eyes[phrase]

στα μάτια κάποιου

in fact[adv]

στην πραγματικότητα,για την ακρίβεια

in fashion[phrase]
in favor[prep][phrase]

υπέρ,για

in favor of[prep]

υπέρ,για

in fine fettle[phrase]
in front[adv]

μπροστά,εμπρός

in front of[prep]

μπροστά από,εμπρός από

in fulfillment of[prep]

σε εκπλήρωση,στο πλαίσιο της εκπλήρωσης

in full[adv]

ολοκληρωτικά,πλήρως

in full cry[phrase]

με όλο τον ενθουσιασμό

in full swing[phrase]

σε πλήρη εξέλιξη

in gear[adj][phrase]

σε λειτουργία,συνδεδεμένος

in general[adv]

γενικά,συνήθως

in glowing terms[phrase]

με ενθουσιώδη λόγια

in good hands[phrase]

σε καλά χέρια

in good time[phrase]
in half[adv]

στο μισό,σε δύο

in hand[phrase]

υπό έλεγχο

in hands[phrase]

σε καλά χέρια

in harmony with[prep]

σε αρμονία με,σύμφωνα με

in harness[phrase]

πίσω στη δουλειά

in high dudgeon[phrase]

έξαλλος από αγανάκτηση

in high gear[phrase]

στο φουλ

in hog heaven[phrase]

μέσα στην καλή χαρά

in honor of[prep]

προς τιμήν

in hopes of[prep]

με την ελπίδα,ελπίζοντας

in hot water[phrase]

σε μπελάδες

in keeping with[phrase]
in kind[adv]

με τον ίδιο τρόπο, σε αντάλλαγμα

in leaf[phrase]
in league with[phrase]

σε συνεννόηση με

in lieu of[prep]

αντί,στη θέση

in light of[prep]

υπό το φως,λαμβάνοντας υπόψη

in like manner[adv]

με τον ίδιο τρόπο,με παρόμοιο τρόπο

in line[adv][adj]

στη σειρά,στην ουρά • στη γραμμή διαδοχής,επόμενος

in line with[prep]

σύμφωνα με, σε συνάρτηση με

in living memory[phrase]

όσο θυμούνται οι ζωντανοί

in love[adj]

ερωτευμένος,γοητευμένος

in many cases[phrase]
in medias res[adv]

στη μέση της δράσης,in medias res

in mint condition[phrase]

σε άριστη κατάσταση

in my arrogant opinion[phrase]
in my book[phrase]
in my humble opinion[phrase]
in name only[phrase]

μόνο κατ' όνομα

in nature of[prep]

στη φύση του,στο ύφος

in need[adj]

ανάγκη,σε ανάγκη

in nick[phrase]

σε καλή κατάσταση

in no time[phrase]

σε χρόνο μηδέν

in no uncertain terms[phrase]

ξεκάθαρα

in obedience to[prep]

σε υπακοή σε,σύμφωνα με

in office[adj]

στο αξίωμα,στην εξουσία

in on the ground floor[phrase]

μέσα από την αρχή

in one fell swoop[phrase]

με μια κίνηση

in one piece[phrase]
in one's feels[phrase]
in opinion[phrase]
in opposition to[prep]

σε αντίθεση με κάποιον ή κάτι,εναντίον κάποιου ή κάτι

in order[adj]

σε τάξη,σωστά οργανωμένο

in order for[prep]

ώστε,για να

in order that[conj]

ώστε,για να

in order to[prep]

προκειμένου να,για να

in other words[adv]

με άλλα λόγια,δηλαδή

in own right[phrase]
in own time[phrase]
in parallel with[prep]

παράλληλα με,ταυτόχρονα με

in parenthesis[phrase]
in part[adv]

εν μέρει,μερικώς

in particular[adv]

ειδικότερα,ιδιαίτερα

in passing[adv]

εν παρόδω,τυχαία

in person[adv]

αυτοπροσώπως

in place[adv][phrase]

στη θέση,στην ίδια θέση

in place of[prep]

αντί,ως αντικατάσταση για

in plain english[phrase]

με απλά λόγια

in plain sight[phrase]
in plenty of time[phrase]
in pocket[phrase]

{ποσό} καθαρό κέρδος

in possession of[prep]

σε κατοχή,στην κατοχή

in power[adj]

στην εξουσία,στην κυβέρνηση

in practice[phrase]
in preference to[prep]

προτιμώντας από,αντί

in private[adv]

ιδιωτικά,κρυφά

in progress[phrase]
in public[adv]

δημόσια, ανοιχτά

in pursuit of[prep]

στην επιδίωξη,στην αναζήτηση

in real life[adv][phrase]

στην πραγματική ζωή,στην πραγματικότητα

in reality[adv]

στην πραγματικότητα,πραγματικά

in receipt of[prep]

σε κατοχή,έχοντας λάβει

in reference to[prep]

σε σχέση με,σχετικά με

in relation to[prep]

σε σχέση με,σχετικά με

in respect of[phrase]
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή