cynicismczech republic
από 58
cynicismczech republic
cynicism[n]

κυνισμός,σκεπτικισμός

cynomys[n]

cynomys,σκυλιά των πεδιάδων

cynosure[n]

Το κέντρο της προσοχής,Το αντικείμενο θαυμασμού

cypress[n]

κυπαρίσσι,κοινό κυπαρίσσι

cypress tree[n]

κυπαρίσσι,δέντρο κυπαρισσιού

cyprus[n]

Κύπρος,νησί της Κύπρου

cyr wheel[n]

τσέρκι Cyr,ακροβατικό μονόκυκλο

cyrillic alphabet[n]

κυριλλικό αλφάβητο,κυριλλική

cyst[n]

κύστη

cystic[adj]

κυστικός,σχετικός με κύστεις

cystic fibrosis[n]

κυστική ίνωση,μουκοβισκίδωση

cystic vein[n]

κυστική φλέβα,φλέβα που αποστραγγίζει την χοληδόχο κύστη

cystoscopy[n]

κυστεοσκόπηση,οπτική εξέταση της ουροδόχου κύστης με κάμερα

cytogenetics[n]

κυτταρογενετική,η κυτταρογενετική

cytokine[n]

κυτοκίνη,πρωτεΐνη κυτταρικής σηματοδότησης

cytology[n]

κυτταρολογία,βιολογία κυττάρων

cytoluminescent therapy[n]

κυτταροφωταύγεια θεραπεία,κυτταροφωταύγειας θεραπευτική αγωγή

cytomegalovirus[n]

κυτταρομεγαλοϊός,CMV

cytopathology[n]

κυτταροπαθολογία,κυτταρολογική εξέταση

cytoplasm[n]

κυτταρόπλασμα,κυτταροπλασματική ουσία

cytoplast[n]

κυτταρόπλασμα,κύτταρο χωρίς πυρήνα

cytoskeleton[n]

κυτταροσκελετός,σκελετός του κυττάρου

cytotoxic t cell[n]

κυτταροτοξικό κύτταρο Τ

czar[n]
czech[n][adj]

Τσεχικά,η Τσεχική γλώσσα • τσέχικος,από την Τσεχική Δημοκρατία

czech republic[n]

Τσεχική Δημοκρατία

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή