Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entgelten
01
jemanden für eine Leistung oder Mühe entschädigen oder ihm etwas dafür zurückgeben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
Παραδείγματα
Er entgalt mir diese Arbeit mit Undank.



























