das waldhorn
waldhorn
valthɔɐn
βαλτχον

Ορισμός και σημασία του "waldhorn"στα γερμανικά

01

γαλλικό κόρνο, κόρνο

rund gewundenes Blasinstrument aus Metall mit weichem, warmem Klang 
das Waldhorn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Waldhörner
γενική πτώση
Waldhorns
Παραδείγματα
Das Waldhorn klingt warm. 

Το γαλλικό κόρνο ακούγεται ζεστό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store