Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Straßenschild
01
οδική πινακίδα, σημείο κυκλοφορίας
Schild im Straßenverkehr, das Hinweise, Warnungen oder Regeln für Fahrer und Fußgänger anzeigt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Straßenschildes
πληθυντικός τύπος
Straßenschilder
Παραδείγματα
Das Straßenschild fungiert nicht nur als Orientierungshilfe, sondern auch als regulatorisches Instrument, das das Verhalten der Verkehrsteilnehmer nachhaltig beeinflusst.
Η οδική πινακίδα λειτουργεί όχι μόνο ως βοήθεια προσανατολισμού, αλλά και ως ρυθμιστικό εργαλείο που επηρεάζει βιωσιμοτρόπως τη συμπεριφορά των χρηστών του δρόμου.



























