Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Heilschlaf
01
θεραπευτικός ύπνος, θεραπευτικός ύπνος
Ein therapeutischer oder heilender Schlaf zur Genesung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Heilschlafs
Παραδείγματα
Der Arzt empfahl ihm Heilschlaf zur Erholung nach der Operation.
Ο γιατρός του συνέστησε θεραπευτικό ύπνο για την ανάρρωση μετά την εγχείρηση.



























