der heimatort
heimatort
haɪ̯ma:tʔɔʁt
haimatawrt

Ορισμός και σημασία του "heimatort"στα γερμανικά

01

τόπος γέννησης, πατρίδα

Der Ort, an dem jemand geboren wurde oder aufgewachsen ist 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Heimatort(e)s
πληθυντικός τύπος
Heimatorte
Παραδείγματα
Sein Heimatort liegt in einer kleinen Stadt. 

Η γενέτειρά του βρίσκεται σε μια μικρή πόλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store