Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Heilschlaf
[gender: masculine]
01
θεραπευτικός ύπνος, θεραπευτικός ύπνος
Ein therapeutischer oder heilender Schlaf zur Genesung
Παραδείγματα
Heilschlaf hilft dem Körper, sich zu regenerieren.
Heilschlaf βοηθά το σώμα να αναγεννηθεί.


























