Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Ausländerlager
01
στρατόπεδο για αλλοδαπούς, στρατόπεδο αλλοδαπών
Ein Lager oder Wohnort, in dem Ausländer, oft Migranten oder Flüchtlinge, vorübergehend untergebracht sind
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Ausländerlager
γενική πτώση
Ausländerlagers
Παραδείγματα
Im Ausländerlager leben viele Menschen aus verschiedenen Ländern.
Στο στρατόπεδο αλλοδαπών ζουν πολλοί άνθρωποι από διάφορες χώρες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
ausländerlager
ausländer
lager



























