Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Kreuzfahrtschiff
01
κρουαζιερόπλοιο, πλοίο για ταξίδια και διακοπές στο νερό
Ein großes Schiff, das für Reisen und Urlaub auf dem Wasser gebaut ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Kreuzfahrtschiffe
γενική πτώση
Kreuzfahrtschiff(e)s
Παραδείγματα
Das Kreuzfahrtschiff legt im Hafen von Hamburg an.
Το κρουαζιερόπλοιο αγκυροβολεί στο λιμάνι του Αμβούργου.



























