das kreuzfahrtschiff
kreuzfahrtschiff
kʁɔʏ̯tsfa:ɐ̯ʧɪf
krawutsfachif

Ορισμός και σημασία του "kreuzfahrtschiff"στα γερμανικά

Das Kreuzfahrtschiff
01

κρουαζιερόπλοιο, πλοίο για ταξίδια και διακοπές στο νερό

Ein großes Schiff, das für Reisen und Urlaub auf dem Wasser gebaut ist 
das Kreuzfahrtschiff definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Kreuzfahrtschiffe
γενική πτώση
Kreuzfahrtschiff(e)s
Παραδείγματα
Das Kreuzfahrtschiff legt im Hafen von Hamburg an. 

Το κρουαζιερόπλοιο αγκυροβολεί στο λιμάνι του Αμβούργου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store