Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
richtigliegen
[past form: lag richtig]
01
έχω δίκιο, έχω τη σωστή γνώμη
Recht haben oder die korrekte Meinung oder Antwort haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
richtig
βασικό ρήμα
liegen
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
liege richtig
γ΄ ενικό πρόσωπο
liegt richtig
ενεστώτα μετοχή
richtigliegend
απλός αόριστος
lag richtig
παθητική μετοχή
richtiggelegen
Παραδείγματα
Ich hoffe, dass ich diesmal richtigliege.
Ελπίζω να έχω δίκιο αυτή τη φορά.



























