Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
riesig
01
τεράστιος, γιγαντιαίος
Sehr groß in physischer Größe oder Ausmaß
Παραδείγματα
Sie wohnen in einem riesigen Schloss.
Ζουν σε ένα τεράστιο κάστρο.
02
τεράστιος, τερατώδης
Sehr stark oder intensiv
Παραδείγματα
Er hat sich riesig über das Geschenk gefreut.
Χάρηκε απέραντα για το δώρο.


























