der zustrom
zust
ˈt͡su:ʃt
τσουστ
rom
ʁo:m
ρομ

Ορισμός και σημασία του "zustrom"στα γερμανικά

01

εισροή

Das Ankommen vieler Menschen oder Dinge an einem Ort, das Kapazitäten überlasten kann 
der Zustrom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Zuströme
γενική πτώση
Zustrom(e)s
Παραδείγματα
Der Zustrom von Touristen hat die Stadt überlastet. 

Η εισροή των τουριστών έχει κατακλύσει την πόλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store