Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Ects-punkt
[gender: masculine]
01
πόντος ECTS, πιστωτική μονάδα ECTS
Eine Einheit, die den Arbeitsaufwand für ein Studium in Europa misst
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Ects-Punkt(e)s
πληθυντικός τύπος
Ects-Punkte
Παραδείγματα
Die ECTS-Punkte helfen beim Wechsel an eine andere Universität.
Τα ECTS βοηθούν στη μετάβαση σε άλλο πανεπιστήμιο.



























