Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Effekt
[gender: masculine]
01
αποτέλεσμα, συνέπεια
Eine direkte Folge oder Auswirkung einer Handlung oder Situation
Παραδείγματα
Klimawandel hat globale Effekte.
Η κλιματική αλλαγή έχει παγκόσμιες επιπτώσεις.
02
ειδικό εφέ, οπτικό εφέ
Ein visueller oder akustischer Eindruck, der absichtlich erzeugt wird
Παραδείγματα
Die Lichteffekte bei Konzert waren atemberaubend.
Τα εφέ φωτός στο συναυλία ήταν συναρπαστικά.


























