Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Effizienz
[gender: feminine]
01
αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα
Das Maß dafür, wie gut etwas funktioniert oder wie wenig Aufwand dafür nötig ist
Παραδείγματα
Homeoffice erhöht oft die Arbeitseffizienz.
Η εργασία από το σπίτι συχνά αυξάνει την αποδοτικότητα της εργασίας.


























