die effizienz
effizienz
ɛfitsi̯ɛnts
efitsients

Ορισμός και σημασία του "effizienz"στα γερμανικά

01

αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα

Das Maß dafür, wie gut etwas funktioniert oder wie wenig Aufwand dafür nötig ist 
die Effizienz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Effizienzen
γενική πτώση
Effizienz
Παραδείγματα
Die Effizienz der neuen Maschine ist beeindruckend. 

Η αποτελεσματικότητα του νέου μηχανήματος είναι εντυπωσιακή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store