die Effizienz
Pronunciation
/ɛfiˈt͡si̯ɛnt͡s/

Ορισμός και σημασία του "effizienz"στα γερμανικά

Die Effizienz
[gender: feminine]
01

αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα

Das Maß dafür, wie gut etwas funktioniert oder wie wenig Aufwand dafür nötig ist
die Effizienz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Effizienz
πληθυντικός τύπος
Effizienzen
Παραδείγματα
Homeoffice erhöht oft die Arbeitseffizienz.
Η εργασία από το σπίτι συχνά αυξάνει την αποδοτικότητα της εργασίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store