Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Lernstoff
[gender: masculine]
01
υλικό μελέτης, περιεχόμενο μάθησης
Der zu lernende Inhalt in einem Bildungs- oder Ausbildungskontext
Παραδείγματα
Der Lernstoff muss regelmäßig wiederholt werden.
Το υλικό μάθησης πρέπει να επαναλαμβάνεται τακτικά.


























