der lernstoff
lern
ˈlɛrn
lern
stoff
ʃtɔf
shtawf

Ορισμός και σημασία του "lernstoff"στα γερμανικά

01

υλικό μελέτης, περιεχόμενο μάθησης

Der zu lernende Inhalt in einem Bildungs- oder Ausbildungskontext 
der Lernstoff definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Lernstoffs
πληθυντικός τύπος
Lernstoffe
Παραδείγματα
Der Lernstoff für die Prüfung umfasst 10 Kapitel. 

Το υλικό μάθησης για την εξέταση περιλαμβάνει 10 κεφάλαια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store