der Lernstoff
Pronunciation
/lˈɛɾnstɔf/

Ορισμός και σημασία του "lernstoff"στα γερμανικά

Der Lernstoff
[gender: masculine]
01

υλικό μελέτης, περιεχόμενο μάθησης

Der zu lernende Inhalt in einem Bildungs- oder Ausbildungskontext
der Lernstoff definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Lernstoffs
πληθυντικός τύπος
Lernstoffe
Παραδείγματα
Der Lernstoff muss regelmäßig wiederholt werden.
Το υλικό μάθησης πρέπει να επαναλαμβάνεται τακτικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store