Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entgegenstehen
[past form: stand entgegen]
01
αντιτίθεμαι, ανθίσταμαι
Widerstand leisten oder sich einer Sache oder Person entgegenstellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
entgegen
βασικό ρήμα
stehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entgegenstehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
entgegensteht
ενεστώτα μετοχή
entgegenstehend
απλός αόριστος
stand entgegen
παθητική μετοχή
entgegengestanden
Παραδείγματα
Viele Bürger stehen dem Bauprojekt entgegen.
Πολλοί πολίτες αντιτίθενται στο έργο κατασκευής.



























