Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausgrenzen
[past form: grenzte aus]
01
αποκλείω, περιθωριοποιώ
Jemanden bewusst aus einer Gruppe oder Gemeinschaft ausschließen, oft durch Diskriminierung oder Mobbing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
grenzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
grenze aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
grenzt aus
ενεστώτα μετοχή
ausgrenzend
απλός αόριστος
grenzte aus
παθητική μετοχή
ausgegrenzt
Παραδείγματα
Migrantenkinder werden oft im Schulalltag ausgegrenzt.
Τα παιδιά μεταναστών συχνά αποκλείονται στην καθημερινή σχολική ζωή.
02
αποκλείω, αποκλείω
Etwas absichtlich nicht berücksichtigen oder aus einer Analyse oder Untersuchung entfernen
Παραδείγματα
Sie grenzte persönliche Meinungen aus ihrer wissenschaftlichen Arbeit aus.
Αυτή απέκλεισε τις προσωπικές απόψεις από την επιστημονική της εργασία.



























