die beweglichkeit
be
μπα
weg
ˈve:k
βεκ
lich
lɪç
λιχ
keit
kaɪ̯t
καιτ

Ορισμός και σημασία του "Beweglichkeit"στα γερμανικά

Die Beweglichkeit
01

κινητικότητα, ευκινησία

Die Fähigkeit, sich leicht und flexibel zu bewegen 
die Beweglichkeit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Beweglichkeiten
γενική πτώση
Beweglichkeit
Παραδείγματα
Die Beweglichkeit eines Athleten ist entscheidend für seine Leistung. 

Η κινητικότητα ενός αθλητή είναι καθοριστική για την απόδοσή του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store