der brückenjahr
brückenjahr
bʁʏkənja:ɐ
brukēnya

Ορισμός και σημασία του "brückenjahr"στα γερμανικά

Der Brückenjahr
01

χρονιά γέφυρα, χρονιά διακοπής

Ein freiwilliges Jahr zwischen zwei wichtigen Lebensphasen, das zur Orientierung oder Vorbereitung genutzt wird 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Brückenjahre
γενική πτώση
Brückenjahr(e)s
Παραδείγματα
Viele Schüler nutzen ein Brückenjahr für Auslandsreisen. 

Πολλοί μαθητές χρησιμοποιούν ένα έτος γέφυρας για ταξίδια στο εξωτερικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store