Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Brückenjahr
01
χρονιά γέφυρα, χρονιά διακοπής
Ein freiwilliges Jahr zwischen zwei wichtigen Lebensphasen, das zur Orientierung oder Vorbereitung genutzt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Brückenjahre
γενική πτώση
Brückenjahr(e)s
Παραδείγματα
Viele Schüler nutzen ein Brückenjahr für Auslandsreisen.
Πολλοί μαθητές χρησιμοποιούν ένα έτος γέφυρας για ταξίδια στο εξωτερικό.



























