Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vernetzt
01
συνδεδεμένος, δικτυωμένος
Miteinander verbunden, besonders durch technische oder soziale Netzwerke
Παραδείγματα
Wir sind über soziale Medien miteinander vernetzt.
Είμαστε συνδεδεμένοι μεταξύ μας μέσω των κοινωνικών δικτύων.


























