Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vernetzt
01
συνδεδεμένος, δικτυωμένος
Miteinander verbunden, besonders durch technische oder soziale Netzwerke
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am vernetztesten
συγκριτικός βαθμός
vernetzter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Unternehmen ist gut vernetzt.
Η εταιρεία είναι καλά συνδεδεμένη.



























