Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überspringen
01
πηδώ, προσπερνώ
Sich plötzlich von einem Punkt zum anderen bewegen, oft durch Springen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
springen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überspringe
γ΄ ενικό πρόσωπο
überspringt
ενεστώτα μετοχή
überspringend
απλός αόριστος
übersprang
παθητική μετοχή
übersprungen
Παραδείγματα
Der Frosch kann weit überspringen.
Ο βάτραχος μπορεί να πηδήξει μακριά.
02
παραλείπω, προσπερνώ
Etwas auslassen oder bewusst nicht beachten
Παραδείγματα
Er hat beim Lesen einige Seiten übersprungen.
Παράλειψε μερικές σελίδες ενώ διάβαζε.



























