Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Übersicht
[gender: feminine]
01
επισκόπηση, περίληψη
Eine strukturierte Darstellung von Informationen, die einen schnellen Überblick ermöglicht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Übersicht
πληθυντικός τύπος
Übersichten
Παραδείγματα
Bitte erstellen Sie eine Übersicht der Kosten.
Παρακαλώ δημιουργήστε μια επισκόπηση των δαπανών.
Λεξικό Δέντρο
übersicht
über
sicht



























