Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Überschrift
[gender: feminine]
01
τίτλος, κεφαλίδα
Der Titel oben auf einem Text oder Artikel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Überschrift
πληθυντικός τύπος
Überschriften
Παραδείγματα
Jede Zeitung hat viele Überschriften.
Κάθε εφημερίδα έχει πολλούς τίτλους.



























