überrascht
überrascht
y:bɐʁaʃt
ybrasht

Ορισμός και σημασία του "überrascht"στα γερμανικά

überrascht
01

έκπληκτος, καταπληγμένος

Unerwartet etwas erleben oder sehen und dadurch erstaunt sein 
überrascht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am überraschtesten
συγκριτικός βαθμός
überraschter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Emotion, Erfahrung, Reaktion
Παραδείγματα
Ich war überrascht, dich hier zu sehen. 

Ήμουν έκπληκτος που σε είδα εδώ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store