Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überrascht
01
έκπληκτος, καταπληγμένος
Unerwartet etwas erleben oder sehen und dadurch erstaunt sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am überraschtesten
συγκριτικός βαθμός
überraschter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Bist du überrascht, dass ich gekommen bin?
Είσαι έκπληκτος που ήρθα;



























