Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überraschen
01
εκπλήσσω, ξαφνιάζω
Jemanden unerwartet mit etwas Konkretem oder einer Nachricht konfrontieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
raschen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überrasche
γ΄ ενικό πρόσωπο
überrascht
ενεστώτα μετοχή
überraschend
απλός αόριστος
überraschte
παθητική μετοχή
überrascht
Παραδείγματα
Versuch nicht, mich zu überraschen!
Μην προσπαθείς να με εκπλήξεις !



























