Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
übernachten
01
διανυκτερεύω, περνώ τη νύχτα
Für eine Nacht an einem Ort bleiben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
nachten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
übernachte
γ΄ ενικό πρόσωπο
übernachtet
ενεστώτα μετοχή
übernachtend
απλός αόριστος
übernachtete
παθητική μετοχή
übernachtet
Παραδείγματα
Im Hotel kann man gut übernachten.
Στο ξενοδοχείο μπορείς να διανυκτερεύσεις καλά.



























