Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überlegen
01
σκέφτομαι, λαμβάνω υπόψη
Nachdenken, um eine Entscheidung zu treffen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
legen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überlege
γ΄ ενικό πρόσωπο
überlegt
ενεστώτα μετοχή
überlegend
απλός αόριστος
überlegte
παθητική μετοχή
überlegt
Παραδείγματα
Wir überlegen uns einen Plan.
Σκεφτόμαστε ένα σχέδιο.
überlegen
01
ανώτερος, καλύτερος
Besser oder stärker als jemand anderes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am überlegensten
συγκριτικός βαθμός
überlegener
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ihr Plan war allen anderen überlegen.
Το σχέδιό της ήταν ανώτερο από όλα τα άλλα.
02
ανώτερος, καλύτερος
In einer bestimmten Eigenschaft besser als andere
Παραδείγματα
Der Lehrer war dem Schüler in jeder Hinsicht überlegen.
Ο δάσκαλος ήταν ανώτερος από τον μαθητή σε κάθε πτυχή.
Λεξικό Δέντρο
überlegen
über
legen



























