Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überhören
01
δεν ακούω, αγνοώ
Etwas nicht hören, obwohl es gesagt oder gespielt wurde
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
hören
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überhöre
γ΄ ενικό πρόσωπο
überhört
ενεστώτα μετοχή
überhörend
απλός αόριστος
überhörte
παθητική μετοχή
überhört
Παραδείγματα
Ich habe deine Frage überhört.
Αγνόησα την ερώτησή σου.
02
αγνοώ, προσποιούμαι ότι δεν ακούω
Etwas bewusst nicht beachten oder darauf reagieren, obwohl man es hört
Παραδείγματα
Er überhörte die Beleidigung höflich.
Ευγενικά αγνόησε την προσβολή.



























