Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überfordern
01
υπερφορτώνω, κατακλύζω
Jemandem oder etwas mehr abverlangen, als er/sie/es leisten kann
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überfordere
γ΄ ενικό πρόσωπο
überfordert
ενεστώτα μετοχή
überfordernd
απλός αόριστος
überforderte
παθητική μετοχή
überfordert
Παραδείγματα
Der neue Job überfordert ihn völlig – er arbeitet 60 Stunden pro Woche.
Η νέα δουλειά τον υπερφορτώνει εντελώς – δουλεύει 60 ώρες την εβδομάδα.



























