Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überfordern
[past form: überforderte]
01
υπερφορτώνω, κατακλύζω
Jemandem oder etwas mehr abverlangen, als er/sie/es leisten kann
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überfordere
γ΄ ενικό πρόσωπο
überfordert
ενεστώτα μετοχή
überfordernd
απλός αόριστος
überforderte
παθητική μετοχή
überfordert
Παραδείγματα
Die Doppelbelastung aus Job und Familie überfordert sie.
Το διπλό βάρος από τη δουλειά και την οικογένεια την υπερφορτώνει.



























