Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
übereinstimmen
01
συμφωνώ, ταιριάζω
Derselben Meinung sein oder gleich sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
überein
βασικό ρήμα
stimmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stimme überein
γ΄ ενικό πρόσωπο
stimmt überein
ενεστώτα μετοχή
übereinstimmend
απλός αόριστος
stimmte überein
παθητική μετοχή
übereingestimmt
Παραδείγματα
Die Meinungen der Experten stimmen in diesem Punkt überein.
Οι απόψεις των ειδικών συμφωνούν σε αυτό το σημείο.
02
συμφωνώ, ταιριάζω
in wichtigen Punkten gleich sein oder zusammenpassen
Παραδείγματα
Der Plan stimmt genau mit der Beschreibung überein.
Το σχέδιο ταιριάζει ακριβώς με την περιγραφή.



























