Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ökologisch
01
οικολογικός, φιλικός προς το περιβάλλον
Etwas, das gut für die Umwelt ist oder im Einklang mit der Natur steht
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Diese Stadt plant ein neues ökologisches Verkehrssystem.
Αυτή η πόλη σχεδιάζει ένα νέο οικολογικό σύστημα μεταφορών.
Λεξικό Δέντρο
ökologisch
öko
logisch



























