öko
öko
ø:ko
euko

Ορισμός και σημασία του "öko"στα γερμανικά

01

οικολογικός, φιλικός προς το περιβάλλον

Gut für die Umwelt oder aus natürlichen Materialien gemacht 
öko definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
άκλιτο
Παραδείγματα
Ich kaufe nur öko Produkte. 

Αγοράζω μόνο έκο προϊόντα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store