Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Zuverlässigkeit
01
αξιοπιστία, αξιοπιστία
Die Eigenschaft, vertrauenswürdig und beständig zu sein
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Zuverlässigkeit
Παραδείγματα
Die Maschine überzeugt durch Zuverlässigkeit.
Το μηχάνημα πείθει με την αξιοπιστία του.



























