die Zuverlässigkeit

Ορισμός και σημασία του "zuverlässigkeit"στα γερμανικά

Die Zuverlässigkeit
01

αξιοπιστία, αξιοπιστία

Die Eigenschaft, vertrauenswürdig und beständig zu sein
die Zuverlässigkeit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Zuverlässigkeit
Παραδείγματα
Die Maschine überzeugt durch Zuverlässigkeit.
Το μηχάνημα πείθει με την αξιοπιστία του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store