zustimmen
Pronunciation
/ˈʦuːˌʃtɪmən/

Ορισμός και σημασία του "zustimmen"στα γερμανικά

zustimmen
01

εγκρίνω, συμφωνώ

Eine positive Meinung zu etwas haben und dies ausdrücken
zustimmen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
zu
βασικό ρήμα
stimmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stimme zu
γ΄ ενικό πρόσωπο
stimmt zu
ενεστώτα μετοχή
zustimmend
απλός αόριστος
stimmte zu
παθητική μετοχή
zugestimmt
Παραδείγματα
Stimmst du mir zu, dass das Wetter heute schrecklich ist?
Συμφωνείς μαζί μου ότι ο καιρός σήμερα είναι τρομερός;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store