Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zugehen
01
κλείνω, κλείνομαι
Sich von selbst oder durch äußeren Einfluss schließen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
zu
βασικό ρήμα
gehen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
gehe zu
γ΄ ενικό πρόσωπο
geht zu
ενεστώτα μετοχή
zugehend
απλός αόριστος
ging zu
παθητική μετοχή
zugegangen
Παραδείγματα
Wenn du loslässt, geht der Deckel zu.
Αν αφήσεις, το καπάκι κλείνει.



























