der ziegel
ziegel
t͡si:gl
tsigl

Ορισμός και σημασία του "ziegel"στα γερμανικά

01

τούβλο, κέραμος

Ein Baustein aus gebranntem Ton 
der Ziegel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Ziegel
γενική πτώση
Ziegels
Παραδείγματα
Das Haus ist aus Ziegeln gebaut. 

Το σπίτι είναι χτισμένο από τούβλα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store