das zeug
zeug
t͡sɔʏk
tsawuk

Ορισμός και σημασία του "zeug"στα γερμανικά

01

πράγματα, σαβούρα

Eine unbestimmte Menge an Dingen oder Materialien ohne klare Bezeichnung 
das Zeug definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Zeug(e)s
Παραδείγματα
Räum bitte dein ganzes Zeug vom Tisch! 

Παρακαλώ, καθάρισε όλα τα πράγματά σου από το τραπέζι!

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store