zelten
zelten
tsɛltn
tseltn

Ορισμός και σημασία του "zelten"στα γερμανικά

zelten
01

κατασκηνώνω, κοιμάμαι σε σκηνή

In einem Zelt schlafen oder übernachten, meist im Freien 
zelten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zelte
γ΄ ενικό πρόσωπο
zeltet
ενεστώτα μετοχή
zeltend
απλός αόριστος
zeltete
παθητική μετοχή
gezeltet
Παραδείγματα
Wir zelten im Sommer am See. 

Εμείς κατασκηνώνουμε στη λίμνη το καλοκαίρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store