Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zelten
01
κατασκηνώνω, κοιμάμαι σε σκηνή
In einem Zelt schlafen oder übernachten, meist im Freien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zelte
γ΄ ενικό πρόσωπο
zeltet
ενεστώτα μετοχή
zeltend
απλός αόριστος
zeltete
παθητική μετοχή
gezeltet
Παραδείγματα
Im Sommer zelten wir immer für eine Woche.
Το καλοκαίρι, κατασκηνώνουμε πάντα για μια εβδομάδα.



























