Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zentral
01
κεντρικός, κεντρική
In der Mitte oder im Mittelpunkt eines Ortes oder Systems gelegen
Παραδείγματα
Bildung spielt eine zentrale Rolle in unserer Gesellschaft.
Η εκπαίδευση παίζει κεντρικό ρόλο στην κοινωνία μας.


























