Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zentral
01
κεντρικός, κεντρική
In der Mitte oder im Mittelpunkt eines Ortes oder Systems gelegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
am zentralsten
συγκριτικός βαθμός
zentraler
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Bibliothek hat eine zentrale Lage in der Stadt.
Η βιβλιοθήκη έχει κεντρική τοποθεσία στην πόλη.



























