das zelt
zelt
tsɛlt
τσελτ
heldfeldgeldwelt

Ορισμός και σημασία του "zelt"στα γερμανικά

01

σκηνή, κουβούκλιο

Ein transportabler Stoffbau, der als vorübergehender Schutz dient 
das Zelt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Zelte
γενική πτώση
Zelt(e)s
Παραδείγματα
Wir schlafen im Zelt. 

Κοιμόμαστε στην σκηνή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store